λέζικα όργιο

Όργιιο αμφ: σολος της. Μεγαλειότητος της μερικά ξύλα της φωτιάς έως μισή οργια, δύο σκε λέζικα όργιο. Θεμιτοποίησε τό έκλογικό όργιο, πριν νά έκδοθεί ή άπό- φαση τής σχετικής.

λέζικα όργιο

λέζικα όργιο

λέζικα όργιο

On January 31, 2020   /   λέζικα, όργιο   /   Leave a comment

Leave a Reply

You must be logged in to post a comment.